Στο ξεκίνημα του φετινού καλοκαιριού, αυτού που μετά από δυό χρόνια κορονοιού η τουριστική κίνηση αναμενόταν μεγάλη όσο και το στοίχημα της επιστροφής στην επαγγελματική κανονικότητα, μεγάλο μέρος των εργοδοτών στο χώρο του τουρισμού προβληματίστηκαν και δυσφόρησαν από μπαράζ δημοσιευμάτων σύμφωνα με τα οποία οι εργαζόμενοι στον τουρισμό τουλάχιστο κακοπιούνταν και κακοπάθαιναν με αποτέλεσμα να αποχωρούν και αδιαφορούν γι αυτές τις εργασίες, δημιουργώντας “τεράστιο”, κατα τα γραφόμενα, κενό στις θέσεις του τουρισμού.

Στις περιγραφές των δεδομένων και συνθηκών εργασίας στις “σεζόν στα νησιά” που κατέκλεισαν τον Τύπο γινόταν λόγος για επταήμερη 12ωρη και 16ωρη εργασία χωρίς ρεπό, για απλήρωτες υπερωρίες, για μισά ή καθόλου ένσημα, για διατροφή με τα αποφάγια της κουζίνας (!), για και βέβαια για άθλιες συνθήκες διαμονής. Τα δημοσιεύματα συμπλήρωναν τοποθετήσεις εργοδοτών τουριστικών επιχειρήσεων οι οποίοι έκαναν λόγο για «τεράστια έλλειψη προσφοράς εργασίας» στον κλάδο, και για πάνω από 50.000 κενές θέσεις που κυρίως εντοπίζονταν στον επισιτισμό (κουζίνα και service).

Στην κατάσταση αυτή συμπεριλαμβάνονταν και πληροφορίες σχετικές με την αλλαγή επαγγελματικού προσανατολισμού, χιλιάδων πρώην εργαζομένων στον τουρισμό οι οποίοι μετά απο δυό χρόνια αναδουλειάς λόγω κόβιντ είχαν μετακινηθεί σε άλλες εργασίες, ενισχύοντας την έλλειψη εξειδικευμένων επαγγελματιών.

Στο σκηνικό αυτό όμως δημιουργείται ένα σοβαρό ερώτημα. Είναι δυνατό οι εργοδότες στον τουρισμό να μην βρίσκουν προσωπικό και να μένουν άπραγοι χωρίς να μπαίνουν στη διαδικασία των κανόνων της αγοράς παρέχοντας επιπλέον αποδοχές και κίνητρα; Είναι δυνατό να δουλέψουν τις επιχειρήσεις τους χωρίς προσωπικό ή με προσωπικό που λόγω υπερεργασίας και συνθηκών θα αποχωρήσει μεσούσης της σεζόν; Προφανώς και όχι. Ο ιδιωτικός τομέας αναπόφευκτα καλείται να επιβιώσει κάτω απο τις οποιεσδήποτε συνθήκες, υπερβαίνοντας σε πάμπολες περιπτώσεις άδικες κατηγορίες και επιθέσεις, βρισκόμενος ακόμη και στη μέση πολιτικών αντιπαραθέσεων και σκοπιμοτήτων.

Κι αυτή η θέση σίγουρα δεν αξίζει ούτε στους εργοδότες, ούτε στους εργαζόμενους. Μιας και όλοι, καθένας στο χρόνο του και με τον τρόπο του, καταλαβαίνουμε οτι χωρίς τη μεταξύ τους έντιμη και σωστά οριοθετημένη συνεργασία, καμία δουλειά δεν πάει καλά, οτι δουλειά και να ‘ναι. Και βέβαια, κατα τη γνώμη μας πάντα, τα δημοσιεύματα αυτά παρουσιάζουν μια μόνο, και μάλιστα την μικρότερη και χειρότερη πλευρά της τουριστικής πραγματικότητας, δημιουργώντας όμως την εντύπωση πως αυτή η δραματική κατάσταση επικρατεί στο σύνολο της τουριστικής εργασίας της χώρας μας! Ευτυχώς πάντως, που όπως είναι προφανές, αυτή η εικόνα δεν επηρέασε και δεν επηρεάζει το πάντοτε αυξημένο ενδιαφέρον για εργασία στον τουρισμό. Απο την άλλη πλευρά, είναι επίσης προφανές οτι φαινόμενα παραβατικότητας και υπερβάσεων της εργασιακής νομοθεσίας πρέπει να καταγγέλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε ο τουρισμός να βρεί πραγματικά τη θέση που του αξίζει αλλά και αναλογεί ως ένας καθαρός, έντιμος, οριοθετημένος και με πλεονεκτήματα χώρος για να απασχολείται κανείς.

Βλέποντας άλλωστε τις επενδύσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στις τουριστικές επιχειρήσεις, τόσο στα καταλύματα όσο και στην εστίαση στη χώρα μας, σε συνδυασμό με τις επενδύσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, στην εκπαίδευση και κατάρτιση των εργαζομένων που θα στελεχώσουν τις επιχειρήσεις αυτές, μπορεί να διακρίνει το υψηλό επίπεδο αλλά και τις προδιαγραφές που υπάρχουν, που δεν πρέπει να επιτρέψουν κανένα πισωγύρισμα, υποτίμηση αλλά και προχειρότητα στη λειτουργία των επιχειρήσεων και στην αντιμετώπιση των ανθρώπων.

Στο ίδιο πλαίσιο, βελτίωσης της εργασιακής πραγματικότητας στον τουρισμό, αναγνωρίζουμε σαφέστατα και θεωρούμε επιβεβλημένη και σοβαρή υποχρέωση της Πολιτείας -και παράλλειψη αντίστοιχα- την ύπαρξη επαρκών, πολλών δηλαδή και σίγουρα πολύ περισσότερων και επαρκώς στελεχωμένων και λειτουργικών Σ.Ε.Π.Ε. (Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας) ώστε να ελέγχουν αποτελεσματικά και να επιλύουν σύντομα τις διαφορές μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, λειτουργώντας σε ένα σύγχρονο, επικαιροποιημένο και σαφές νομοθετικό πλαίσιο κι έχοντας τα κατάλληλα εργαλεία.

Θετική εξέλιξη που θα ξεκαθαρίσει την εικόνα της παραβατικότητας η ψήφιση νόμου από την κυβέρνηση για την ψηφιακή κάρτα εργασίας

Χωρίς να θέλουμε να συγκρίνουμε τους δυό τομείς της κοινωνίας και οικονομίας, τον δημόσιο και ιδιωτικό, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν επιφανειακό και επικίνδυνο, αξίζει να πούμε πως κατα κανόνα δυστυχώς στη χώρα μας, όταν και στους τομείς που ο ιδιωτικός “τρέχει”, ο δημόσιος “βηματίζει”, γεγονός που δείχνει τη δυναμική αλλά και τα αντανακλαστικά του καθενός..

Ως προς το ερώτημα του τίτλου τώρα, σχετικά με τον εάν επιστρέφει στην κανονικότητά του ή σε νέα πραγματικότητα ο τουρισμός, η απάντηση είναι πως, μάλλον τόσο η “κανονικότητα” όσο και η “πραγματικότητα” είναι μεταβαλλόμενες έννοιες και εξελίσσονται με στόχο όλων μας και σκοπό, αν μη τι άλλο στον τουρισμό, οι εξελίξεις να είναι αποκλειστικά και μόνο σωστότερες, ποιοτικότερες και καλύτερες. Γιατί αυτό αξίζει κι αναλογεί σε όλους μας, πόσο μάλλον που ο τουρισμός, όπως αποδείχθηκε φέτος, είναι η πλέον ανθεκτική, εύρωστη, αποδοτικότερη αλλά και δυναμική βιομηχανία της χώρας μας με πολύ σοβαρές υποδομές και προοπτικές.

Προηγούμενο άρθροΕπίσκεψη του Φίλιππου Φόρτωμα σε Νάξο, Ίο, Πάρο και Τήνο
Επόμενο άρθροΤο πρόγραμμα των πολιτιστικών εκδηλώσεων και δράσεων της “Εστίας” του Πύργου για το καλοκαίρι