Το αυξημένο ενεργειακό κόστος προβληματίζει έντονα και τον ξενοδοχειακό κλάδο. Η πρόεδρος του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων Κωνσταντίνα Σβήνου σημείωσε σε πρόσφατη συνέντευξή της ότι πλέον το 40% του τζίρου ενός ξενοδοχείου κατευθύνεται σε δαπάνες ενέργειας. Μάλιστα πρόσθεσε ότι το μεγάλο πλήγμα το φέρουν τα ξενοδοχεία συνεχούς λειτουργίας, που με ελάχιστες πληρότητες προσπαθούν να τα καταφέρουν.
Σε δηλώσεις της για το θέμα η Αντιπρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος και πρόεδρος του Συλλόγου Ξενοδόχων Λαγανά Χριστίνα Τετράδη  δηλώνει τα εξής : 

«Ομολογουμένως τα κόστη έχουν φθάσει σε πάρα πολύ υψηλά επίπεδα. Από προσωπική εμπειρία, αλλά και μετά από συζητήσεις με συναδέλφους σε όλη την Ελλάδα, το ενεργειακό κόστος παρουσιάζει μια αύξηση 80%, ενώ στα αναλώσιμα αλλά και τις πρώτες ύλες, όπως τα τρόφιμα, η αύξηση του κόστους φθάνει και το 30-50%. Αυτό το Καλοκαίρι, σε σχέση με τις προμήθειες κινούμαστε σε δεδομένα «χρηματιστηριακής» αγοράς με συνεχείς αυξήσεις τιμών, χωρίς να ξέρουμε που θα σταματήσει. Οι τιμές αλλάζουν σε εβδομαδιαίο επίπεδο, κάτι που δεν βοηθάει καθόλου τον προγραμματισμό αλλά και την κοστολόγηση. Προσπαθώντας να καταστήσουμε τη χώρα μας όσο πιο ανταγωνιστική γίνεται, σε ότι έχει να κάνει με συμβόλαια με μεγάλους ταξιδιωτικούς πράκτορες και οργανισμούς του εξωτερικού, έχουμε ήδη υπογεγραμμένα συμβόλαια και λειτουργούμε με τις τιμές του 2019. Από τη στιγμή που ξέσπασε ο κορονοϊός το 2020, οι τιμές των συμβολαίων απλά «αναβάλλονται» κάθε χρονιά. Παράλληλα, εξαργυρώνουμε και τα voucher πελατών, οι οποίοι είχαν κάνει κρατήσεις το 2020-2021 και λόγω κορονοϊού δεν ταξίδεψαν. Αυτό δεν μας έδωσε τη δυνατότητα να μπορέσουμε να αυξήσουμε τις τιμές και έτσι αναγκαζόμαστε να απορροφήσουμε και να επιβαρυνθούμε όλο το επιπρόσθετο κόστος λειτουργίας. Είμαστε πάρα πολύ προβληματισμένοι για τη φετινή μας λειτουργία, γιατί από τη μια τα ποσοστά είναι υψηλά σε αφίξεις και πληρότητες, από την άλλη τα μη προϋπολογισμένα υψηλά λειτουργικά κόστη, πως θα διαμορφώσουν το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα για τις επιχειρήσεις, γιατί ήδη εγκυμονεί κινδύνους βιωσιμότητας».

 

Ο Πρόεδρος του Συλλόγου Ξενοδόχων της Δ.Ε. Ζακυνθίων Γιώργος Μάργαρης

Τόνισε δε ότι είναι μεγάλο το κόστος και δεν καλύπτεται με την επιδότηση από το κράτος.«Παρόλο που η χρονιά ήταν πάρα πολύ καλή και είχε αποτελέσματα σχεδόν σαν το 2019, υπάρχει ανησυχία σχετικά με το αυξημένο λειτουργικό κόστος στα ξενοδοχεία, κυρίως όσον αφορά τους λογαριασμούς ρεύματος. Διπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2019. Τους τρεις μήνες έχουν αυξημένες ανάγκες για κλιματισμό και τα ξενοδοχεία 12μηνης λειτουργίας έχουν αυξημένες ανάγκες θέρμανσης»

 

Ο Πρόεδρος του Συλλόγου Ξενοδόχων της Δ.Ε. Αλυκών Άκης Ποταμίτης δηλώνει πως

«Επειδή τα ξενοδοχεία της Μεσογείου μπορεί να έχουν εγκαταστήσει ηλιακούς συσσωρευτές για νερό ή για ρεύμα, έχουν με αυτόν τον τρόπο αποδεσμευτεί αρκετά από πηγές όπως η ΔΕΗ ή άλλους παρόχους. Κατά συνέπεια αυτό που μπορούν να κάνουν είναι να αποδεσμευτούν με κάποια επένδυση που επιδοτείται από τους παρόχους. Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε την περιοδο της κρίσης – και από τη στιγμή που υπάρχουν επιδοτήσεις για τα πάγια και τις εγκαταστάσεις, με τον αναπτυξιακό νόμο και το ΕΣΠΑ και προγράμματα για την περιβαλλοντική λειτουργία – είναι να εκσυγχρονίσουν τους μηχανισμούς που καταναλώνουν ενέργεια»

Οι προτάσεις του ΣΕΤΕ

Προτάσεις για τη διαχείριση της αύξησης του ενεργειακού κόστους των τουριστικών επιχειρήσεων κατέθεσε ο ΣΕΤΕ στα αρμόδια υπουργεία, τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι η τουριστική χρονιά εξελίσσεται καλύτερα του αναμενομένου και τα τελικά έσοδα, που αναμένεται να φτάσουν και ίσως ξεπεράσουν αυτά του 2019, θα αποτελέσουν τεράστια ανάσα για την οικονομία μας, αλλά και την κοινωνία.

Την ίδια στιγμή όμως, τονίζει ο ΣΕΤΕ, «δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε πως η γεωπολιτική αλλά και η χρηματοοικονομική διεθνής συγκυρία αυξάνουν την αβεβαιότητα και απειλούν το παρόν και το μέλλον των επιχειρήσεων του τουρισμού. Λόγω της τεράστιας, μη διαχειρίσιμης αύξησης στο ενεργειακό κόστος, οι επόμενοι μήνες αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολοι, ειδικά για τις τουριστικές επιχειρήσεις που θα συνεχίσουν τη λειτουργία τους και μετά τον Οκτώβριο, όταν παραδοσιακά ολοκληρώνεται η τουριστική περίοδος».

Για τον περιορισμό της έκτασης του προβλήματος, ο ΣΕΤΕ προτείνει τα εξής μέτρα:

• Άμεση έκδοση του Εξοικονομώ ΙΙ για επιχειρήσεις, προκειμένου οι τουριστικές επιχειρήσεις να μπορέσουν να αναβαθμίσουν ενεργειακά τις εγκαταστάσεις τους. Σημειώνεται πως τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης και τα παράνομα καταλύματα, τα οποία λόγω του ασαφούς νομοθετικού πλαισίου που εξακολουθεί να ισχύει και της απουσίας ελέγχων ανταγωνίζονται ευθέως τις επιχειρήσεις τουριστικών καταλυμάτων, ιδίως τις μονάδες μικρότερης δυναμικότητας, είχαν τη δυνατότητα να ενταχθούν (ως κατοικίες) στο ανωτέρω πρόγραμμα και να αναβαθμίσουν ενεργειακά τις εγκαταστάσεις τους. Η στέρηση της συγκεκριμένης δυνατότητας από τις νόμιμες επιχειρήσεις τουριστικών καταλυμάτων αυξάνει περαιτέρω τον αθέμιτο ανταγωνισμό που αυτές υφίστανται.

• Διευκόλυνση-κινητροδότηση των επιχειρήσεων να παράγουν οι ίδιες μέσω φωτοβολταϊκού συστήματος την ενέργεια που καταναλώνουν (net-metering). Σχετικά κρίνεται απαραίτητο: α) να ενισχυθούν άμεσα οι υφιστάμενες υποδομές του δικτύου, ώστε αυτό να μπορεί να εξυπηρετεί τα μεγαλύτερα φορτία που θα δημιουργηθούν, και β) να δοθεί η δυνατότητα στις επιχειρήσεις να εγκαταστήσουν φωτοβολταϊκά συστήματα σε χώρο που δεν είναι όμορος με τις εγκαταστάσεις τους.

• Επιδότηση του πετρελαίου θέρμανσης των επιχειρήσεων τουριστικών καταλυμάτων που βρίσκονται σε υψόμετρο από 300 μ. και πάνω. Σημειώνεται πως στις επιχειρήσεις αυτές η λειτουργία της θέρμανσης μπορεί να ξεκινήσει ακόμα και από τα μέσα Σεπτεμβρίου και να διαρκέσει μέχρι τον Μάιο, σε δε περιοχές όπως η Δράμα, η Καστοριά, η Κοζάνη, η Φλώρινα κ.λπ., την περίοδο Δεκεμβρίου-Φεβρουαρίου η μέση θερμοκρασία τη νύχτα πέφτει στους -9 βαθμούς. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε πως σε μια μέση επιχείρηση τουριστικών καταλυμάτων 20 δωματίων, σε υψόμετρο 600 μ., η μέση ετήσια κατανάλωση κυμαίνεται μεταξύ 20-30 τόνων πετρελαίου. Στις, ως επί το πλείστον, μικρές οικογενειακές αυτές επιχειρήσεις, το ενεργειακό κόστος ήδη πριν την έναρξη της ενεργειακής κρίσης αποτελούσε το μεγαλύτερο έξοδό τους.

 

Πηγή : www.imerazante.gr/2022/09/21/296951

Προηγούμενο άρθροΣτατιστικές αναλύσεις βρίσκονται πολύ κοντά στο να λύσουν το “μυστήριο” της ακριβούς χρονολόγησης της έκρηξης του ηφαιστείου της Σαντορίνης
Επόμενο άρθροΣτην τελική ευθεία η απορρόφηση της ΑΝΕΚ από την «Αττικα Συμμετοχών». Δεκτή από το σύνολο των πιστωτών η πρόταση που έχει καταθέσει η «Αττικα»